σαύρα

Γένος σαυροειδών της οικογένειας των Σαυριδών, της τάξης των φολιδωτών. Ανάλογα με τα είδη οι σ. έχουν συνολικό μήκος από 12 ως 60 περίπου εκ.· το σώμα τους καλύπτεται στη ράχη από κεραμιδοειδείς φολίδες ή κόκκους, ενώ στο κεφάλι και στην κοιλιά προστατεύεται από πλάκες. Η μακριά αιχμηρή ουρά είναι εύθραυστη και αν κοπεί, αναγεννιέται με μια, δυο ή και τρεις αιχμές. Τα μάτια έχουν στρογγυλές κόρες και προστατεύονται από ευκίνητα βλέφαρα· το άνοιγμα των αυτιών είναι πολύ εμφανές. Το στόμα είναι ευρύ και εφοδιασμένο με μικρά δόντια, που βρίσκονται στο εσωτερικό άκρο των γνάθων και μερικές φορές στον ουρανίσκο- η κυλινδρική γλώσσα, δισχιδής στα άκρα, είναι αρκετά ευκίνητη και είναι ικανότατο όργανο αφής. Τα άκρα, και ιδιαίτερα τα πίσω, είναι πολύ αναπτυγμένα· τα πόδια καταλήγουν σε πέντε δάχτυλα εφοδιασμένα με νύχια. Οι Σαυρίδες είναι διαδομένοι στην Ευρασία και στην Αφρική, εκτός από τη Μαδαγασκάρη· λείπουν επίσης κι απ’ την Αμερική, όπου αντικατασταίνονται από τους Τειίδες. Τα εξαιρετικά ευκίνητα αυτά Σαυροειδή είναι χερσαία ή δεντρόβια· κυνηγούν την ημέρα, ενώ τη νύχτα αναπαύονται σε ρωγμές βράχων και τοίχων ή στις κοιλότητες των δέντρων. Τρέφονται γενικά με έντομα και γι αυτό είναι χρήσιμα στον άνθρωπο· πολλά από τα είδη τους περνούν τους ψυχρότερους μήνες σε νάρκη. Οι Σαυρίδες είναι κατά μεγάλο μέρος ωοτόκοι· από τα αβγά, που εναποθέτονται σε προσήλιες ανωμαλίες του εδάφους, γεννιούνται τα μικρά, που, από τις πρώτες ημέρες της ζωής τους, έχουν σχήματα τελείως όμοια με τα σχήματα των ενήλικων ατόμων. Από τα πολλά είδη του μεγάλου γένους σαύρα (lacerta), που είναι διαδομένα στην Ευρώπη, ιδιαίτερα γνωστή είναι η σ. των τοίχων (lacerta muralis), μήκους 20 περίπου εκ. και με χρώμα πολύ ποικίλο, που ζει σε μικρές ομάδες στις πετρώδεις ζώνες. Ιδιαίτερα σε μερικά μεγάλα νησιά της Μεσογείου ζει η συγγενής σ. η σικελική (lacerta sicula), της οποίας περίφημη είναι η ποικιλία coerulea, χρώματος γαλάζιου, που είναι ιθαγενής του Κάπρι. Σε εκτεταμένες περιοχές της Ασίας και σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, από την Ισπανία προς ΒΔ και από τις Άλπεις ως τις αρκτικές ζώνες, είναι διαδομένη η σ. η ζωοτόκα, που χαρακτηρίζεται από το ότι γενικά οι θηλυκές γεννούν τα αβγά λίγες ώρες πριν από το άνοιγμα τους· η σ. αυτή προτιμά το εύκρατο - ψυχρό κλίμα και ζει σε τοποθεσίες πλούσιες σε νερά· κολυμπά με μεγάλη ευχέρεια και μπορεί να μείνει κάτω απ’ το νερό για μερικά λεπτά. Ένα συγγενές είδος, αλλά ωοτόκο, είναι η σ. η ευκίνητη (lacerta agilis), διαδομένη στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη και σε εκτεταμένες περιοχές της Ασίας. Στη νότια Ευρώπη και στα βορειοδυτικά της Αφρικής ζει η μεγάλη στικτή σαύρα (lacerta lepida), που έχει μήκος γενικά 60 περίπου εκ., τα δύο τρίτα περίπου των οποίων καταλαμβάνει η ουρά. Στη νοτιοκεντρική Ευρώπη και στη Μικρά Ασία είναι κοινή η πράσινη σαύρα (lacerta viridis), το χρώμα της οποίας - όπως δείχνει το κοινό της όνομα -στα ανώτερα τμήματα των ενήλικων είναι γενικά ζωηρό πράσινο με μαύρες βούλες· κατά την περίοδο των ερώτων, ο λαιμός των αρσενικών είναι συχνά γαλάζιος. Η σ. αυτή, που έχει συνολικό μήκος 40 περίπου εκ., ζει συνήθως μεταξύ των θάμνων και των παρυφών των δασών. Όμοιο με το σχήμα της σ. των τοίχων, από την οποία διαφέρει γιατί έχει τη ράχη καλυμμένη με μεγάλες κεραμιδοειδείς φολίδες, είναι το γένος algyroides, διαδομένο προπάντων στην Αφρική, αλλά απαντιέται με τρία είδη και στη νότια Ευρώπη. Η σαύρα των τοίχων (lacerta muralis). Σικελική σαύρα (lacerta sicula). Ένα ζευγάρι ευκίνητες σαύρες (lacerta agilis). Μια σαύρα γεννημένη πριν από λίγες ώρες κοντά σε αβγά του είδους της.
* * *
η, ΝΑ, και ιων. τ. σαύρη Α
γενική, σήμερα, ονομασία τών λεπιδωτών ερπετών τής υπόταξης σαυροειδή ή σαυρόμορφα, που σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική ταξινόμηση περιλαμβάνει 3.000 περίπου είδη, συγγενικά τών οφιδίων, από τα οποία τα μέλη της διακρίνονται λόγω τής παρουσίας ατροφικών ποδιών, κινητών βλεφάρων και έξω ακουστικού πόρου, κν. γουστέρα και γουστερίτσα
αρχ.
1. η σαλαμάνδρα
2. το φυτό κάρδαμο
3. το ανδρικό μόριο, ιδίως τών παιδιών
4. είδος πλέγματος που σχηματίζει θήκη («αἱ σαῡραι αἱ ἐκ φοινίκων πεπλεγμέναι», Ιπποκρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Οι τ. με σημ. «σαύρα» εμφανίζονται σε μεγάλη ποικιλία μορφών στις διάφορες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες και οι περισσότεροι στερούνται ετυμολογίας. Η σύνδεση τής λ. με τους τ. σαυκρός, σαυχμόν, σαῦλος, που παρουσιάζουν τον ίδιο φωνηεντισμό, δεν φαίνεται πιθανή. Η λ., τέλος, με την σημ. «ανδρικό μόριο» (πρβλ. και σαυροβριθές, σαυρωτήρ) έχει συνδεθεί με τη λ. σῦριγξ].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαύρα — σαύρᾱ , σαύρα lizard fem nom/voc/acc dual σαύρᾱ , σαύρα lizard fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαύρᾳ — σαύρᾱͅ , σαύρα lizard fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαύρα — η είδος ερπετού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σαύρας — σαύρᾱς , σαύρα lizard fem acc pl σαύρᾱς , σαύρα lizard fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαύραν — σαύρᾱν , σαύρα lizard fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαυρῶν — σαύρα lizard fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαῦραι — σαύρα lizard fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαύραις — σαύρα lizard fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαύρην — σαύρα lizard fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαύρης — σαύρα lizard fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.